Χίος, τέλη Οκτώβρη 2015

Της καθηγήτριας Δέσποινας Γεμέλου*

Έχω σχολάσει και πηγαίνω στο φούρνο να πάρω ψωμί. Ένα αφράτο καρβέλι που θα συνοδέψει το μεσημεριανό μας φαγητό και δυο τσουρεκάκια για τα παιδιά. Ρίχνει μια εκνευριστική βροχή -ψιλή και λασπώδη- που με υποχρεώνει να κρατάω ομπρέλα, ενώ είμαι φορτωμένη με χίλια δυο πράγματα, τσάντα, βιβλία, ψώνια και τετράδια για διόρθωμα. Περπατάω λίγα μέτρα κι ενώ είμαι αφηρημένη, σχεδιάζοντας τη συνέχεια της μέρας, σχεδόν σκοντάφτω πάνω σε μια μάνα, μαντιλοδεμένη, μ΄ένα κοριτσάκι ίσαμε δυο χρονών στην αγκαλιά. Στέκεται κάτω από ένα υπόστεγο, περιμένοντας.
Περιμένοντας…
11011235_725854024225994_958727441913646813_nΚάνει ένα βήμα πίσω στο πεζοδρόμιο που στέκεται, να περάσω. Κοιτιόμαστε στα μάτια. Με κοιτάει και το μικρό. Κάτι μάτια ολόμαυρα, σαν καρβουνάκια, που σε διαπερνούν ως το μεδούλι. Βγάζω το ένα τσουρεκάκι από τη σακούλα. Τα μάτια-καρβουνάκια ανοίγουν διάπλατα. “Φάτο”, του λέω στα ελληνικά… Η γλώσσα της αγάπης είναι διεθνής, τελικά. Τα μάτια-καρβουνάκια γίνονται τώρα ακόμα μεγαλύτερα, λάμπουν, ο κόσμος ολόκληρος χωράει μέσα τους θαρρείς.
Στο πρόσωπο της μάνας βλέπω τη γιαγιά μου, πρόσφυγα, μ΄ένα μωρό παιδί στην αγκαλιά της: «Απής εφτάσαμεν καρσί, βρεμένοι μούλα και μισοπεθαμένοι, μας απαντά ένας τσοπάνης, Τούρκος, καλή του ώρα. Μόλις μας είδενε, βάζει μια γουλιάν γαλατσάιν απέ την κατσίκα να το πιει η μάνα σου, που την εβάστουν στην ποδιά μου, και μια βουκιάν τυρί στο στόμα μου, που εκόντευγα να λιγοθυμίσω. Επέσαμεν απάνω του και το φάγαμε με λύσσα απέ την πείναν που είχαμεν. Πιο γλυκόν τυρίν εν έχω ξαναφά απέ τότε…».
Αφήνω ολόκληρη τη σακούλα από το φούρνο, μαζί και την ομπρέλα μου, στα χέρια της μάνας, σαν σπονδή στην ιερότητα της στιγμής, σαν τάμα σε εικόνισμα Παναγιάς, σαν μνημόσυνο για την κυρα-Δέσποινα που μας μεγάλωσε με ιστορίες από την προσφυγιά. Κάτι είπε στη γλώσσα της, λέξεις γεμάτες απορία κι ευγνωμοσύνη, καθώς με κοιτά να φεύγω τρέχοντας για το σπίτι, ενώ η βροχή δυνάμωνε.
Παιδιά, τα τετράδια της ορθογραφίας σας βράχηκαν λιγάκι σήμερα. Να΄ναι από τις ψιχάλες, να΄ναι από δάκρυα; Μην παραπονεθείτε αύριο…Θα τα στεγνώσουν, μαζί με τις ψυχές μας, τα μάτια-καρβουνάκια αυτού του κόσμου…

(Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο. Η ιστορία από την πραγματική ζωή εκεί έξω…)

*Το αναδημοσιεύουμε από την προσωπική της σελίδα στο facebook



Κατηγορίες:Σχόλια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s