Ο ταχυδρόμος πέθανε!

Του Ιωάννη Μιχαλάκη

«Πανηγυρίζουν» οι εναπομείναντες ελάχιστοι κάτοικοι των χωριών της Αμανής, γιατί –γράφουν οι τοπικές εφημερίδες- το ταχυδρομικό γραφείο που εξυπηρετεί την περιοχή και έχει έδρα τη Βολισσό, εξασφάλισε τη συνέχιση της λειτουργίας του!
Ώστε λοιπόν, τα χωριά μας είχαν μείνει χωρίς ταχυδρόμο! Και κινδυνεύουν κάποια στιγμή να χάσουν εντελώς τη δυνατότητα παραλαβής ή αποστολής γραμμάτων, εφημερίδων και ό,τι άλλο διακινείται μέσω των Ταχυδρομείων.
Τι κρίμα! Τα χρόνια της μεταπολεμικής Ελλάδας, ο ταχυδρόμος ήταν βασικός παράγοντας επικοινωνίας των ανθρώπων. Οι ξενιτεμένοι, πρώτοι και καλύτεροι, έσπευσαν να επικοινωνήσουν με τους συγγενείς τους που είχαν μείνει στην πατρίδα, να μάθουν πόσοι έζησαν και πόσους πήρε μαζί του η Λαίλαπα του πολέμου και μετά να τους βοηθήσουν στέλλοντας τους χρήματα και δέματα με ρούχα και τρόφιμα.
Αργότερα, όταν ήρθε η κατάρα του εμφύλιου σπαραγμού και οι νέοι του χωριού μας έφυγαν για το μέτωπο, ο ταχυδρόμος ήταν η παρηγοριά εκείνων που είχαν μείνει πίσω.
Θυμάμαι την αγωνία της μητέρας μου. Να πηγαινοέρχεται στο παράθυρο του σπιτιού μας, να στυλώνει τα μάτια της στη στράτα της «Κοκκίστριας» απ ΄όπου ερχόταν ο ταχυδρόμος. Κι όταν έφτανε στη Λότζα, να τρέχει από τις πρώτες, γεμάτη προσμονή. Η μικρή πλατεία του χωριού μας, γέμιζε από μητέρες, συζύγους, παιδιά, αδέρφια και όποιον δεν εργαζόταν που με αγωνία άκουγαν τον καλό τους άγγελο, τον ταχυδρόμο να φωνάζει τα ονόματα των τυχερών που είχαν πάρει την καλή είδηση, κλεισμένη σε ένα φάκελο.
Θλιβερή ανάμνηση: Ανάμεσα στους ταχυδρόμους που έφερναν σε χιλιάδες ανθρώπους χαρές και ελπίδες κλεισμένες σε φάκελα, υπήρξε και ένας κακόψυχος κλέφτης, ο οποίος άνοιγε τα γράμματα που έρχονταν από το εξωτερικό, με την ελπίδα να βρει μέσα χρήματα. Κάποια εποχή είχε βάλει στο στόχαστρο της πλεονεξίας του, τα γράμματα του αδερφού μου που ζούσε στην Αφρική. Η ανησυχία της μητέρας μου, μέρα με τη μέρα, μεγάλωνε. Και κάποια στιγμή έφτασε στην απελπισία, γιατί φοβόταν ότι κάτι κακό είχε συμβεί στο παιδί της. Και κάποια μέρα, αλλοπαρμένη πήρε το δρόμο, με τα πόδια, για τη Βολισσό, με την ελπίδα εκεί να βρει το γράμμα που θα την βεβαίωνε ότι το παιδί της ζούσε και ήταν καλά. Στο δρόμο συνάντησε τον θείο μου Παπαγιάνη, ο οποίος της έφερε την χαρμόσυνη είδηση. Ένα γράμμα που ο αδερφός μου είχε στείλει στη δική του διεύθυνση, στη Χώρα, καθώς είχε υποπτευθεί την αιτία που χάνονταν τα γράμματά του.
Τα τηλέφωνα πρώτα, τα ηλεκτρονικά μέσα αργότερα, κατάργησαν την έγγραφη αλληλογραφία. Και μαζί της και τους ταχυδρόμους. Στο ταχυδρομικό κουτί του σπιτιού μου, δύο πράγματα έρχονταν. Το τσέκ της σύνταξής μου και η εφημερίδα «Αλήθεια» της Χίου.
Πριν λίγες μέρες, η αμερικανική υπηρεσία συντάξεων, με ειδοποίησε ότι σταματά να μου στέλλει τσεκ και τη σύνταξή μου θα την καταθέτει σε ειδικό τραπεζιτικό λογαριασμό. Όσο για την «Αλήθεια», μου φέρνει βέβαια ένα άρωμα Χίου, τις ειδήσεις όμως τις έχω ήδη διαβάσει από την ιστοσελίδα της ίδιας της εφημερίδας.
Έτσι, το ταχυδρομικό κουτί, περιορίζεται σε ρόλο διακοσμητικό και συλλέκτη διαφημιστικών φυλλαδίων που όλοι πετάμε, χωρίς να κάνομε τον κόπο να διαβάσουμε.
Και ο ταχυδρόμος; Φοβάμαι ότι ως επάγγελμα, δεν έχει πολλά χρόνια ζωής! Τον σιγοτρώει η τεχνολογία.

Αθήνα 23 Μαρτίου 2016



Κατηγορίες:Απόψεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s