Αναμνήσεις: Οι μεθυσμένοι

του Γ. Μ. Ζησιμόπουλου

Στο χωριό Βουνό τής Χίου

Στο χωριό Βουνό τής Χίου (φωτο: EXPLORECHIOS)

Τα χρόνια εκείνα, το πανηγύρι της Αναλήψεως, στο Βουνό κρατούσε τέσσερις μέρες. Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Τότε ο κόσμος δεν δούλευε με ωράριο οπότε τη Δευτέρα μπορούσε και να μη σηκωθεί πρωί – πρωί. Βεβαίως το ότι δεν είχε ωράριο δε θα πει ότι εργαζόταν και πιο λίγο. Τις πιο πολλές φορές, δηλαδή πάντα, πηγαίνανε στα χωράφια αξημέρωτα και γυρίζανε το βράδυ.
Προπολεμικά λέγανε οι παλιοί, γλεντούσανε πιο καλά. Και πιο σπάνια θα μπορούσανε να πουν κάποιοι άλλοι. Στο πανηγύρι είχανε τότε δυο ζυγιές παιχνίδια. Μια στο ένα Λιβάδι, μια στο άλλο. Ουσιαστικά ήτανε ένα το Λιβάδι, αλλά το μισό ήτανε πιο ψηλά, γεγονός που το έκαμνε να φαίνεται ξεχωριστό. Φέρνανε καλούς μαστόρους στα όργανα. Ήτανε ή χωριανοί σαν το Μιχάλη με το ούτι να πούμε, ή παραχωριανοί.. Τους πιο πολλούς τους φωνάζανε από την Παγίδα, όπου το κάθε σπίτι είχε και από ένανε οργανοπαίχτη. Ανάμεσά τους ήτανε και ο Παγκαλής με το σαξόφωνο. Ένας από τους Βουνούσους, που του άρεσε να ψάχνει, βρήκε τυχαία, χρόνια μετά, πως η Μαρία, η γυναίκα του Νίκου Σκαλκώτα του γνωστού, ήτανε το γένος Παγκαλή. Συγγενής του Παγιδούση; Ξένη; Δεν μπόρεσε να το μάθει.

Βουνό Χίου

Βουνό Χίου (φωτό: discoverchios.gr)

Μετά τον πόλεμο βάζανε μόνο μια ζυγιά, με τους ίδιους οργανοπαίχτες. Μόνο που αυτοί που ερχότανε από τα Νένητα είχανε γίνει χωριανοί πες, μια και πήρανε Βουνούσαινες. Ήτανε δυο αδέρφια ο Σωτήρης σαντούρι κι ο Λεωνίδας βιολί. Δε γινότανε πανηγύρι, χορός, γλέντι, ο,τιδήποτε χωρίς τον ίδιο και το Σωτήρη. Ο Λεωνίδας είχε σπουδές κανονικές στο ωδείο. Ήτανε ο αρχηγός και η ψυχή της κάθε ζυγιάς. Και μόνο που βρισκότανε μπροστά όλοι οι άλλοι κάμνανε μονάχοι τους ένα βήμα πίσω. Ποτέ δε χρειάστηκε τίποτ’ άλλο. Το επώνυμο τους ήτανε Λουλούδης μα ο κόσμος τους ήξερε με το παρατσούκλι τους: Κουλάς. Ένας τους πρόγονος ήτανε λέει τόσο ψηλός και σωματώδης που τον παρομοιάζαμε με τον Κουλά το μεγάλο πύργο του Κάστρου στη Χώρα.
Την άλλη μέρα που τελείωνε το πανηγύρι λοιπόν τη Δευτέρα δηλαδή τα ξημερώματα, μαζευότανε όλοι μαζί οι ξαγρύπνηδες που τους λέγανε, και με τα όργανα γυρίζανε τα σπίτια τους.
Κάποιοι από αυτούς στο τέλος, καμιά δεκαριά, λεύτεροι όλοι, αφού είχανε ξεσηκώσει με τις φωνές τους όλο το Βουνό πηγαίνανε και στα Φλάτσια.
Οι μικροί εκεί περιμένανε να φανούνε οι μεθυσμένοι που τους λέγανε, από το Βουνό. Πριν έμπουνε στο χωριό από τη δαφλονιά ακόμα, τους ακούγανε που τραγουδούσανε.
Τότε μαζευότανε και με φωνές, «οι μεθυσμένοι οι μεθυσμένοι» περιμένανε να τους δούνε να καταβαίνουνε την κατηφόρα του χωριού. Μπροστά ήτανε βέβαια τα όργανα. Ο Λεωνίδας και ο Σωτήρης που είχε κρεμασμένο μπροστά του το σαντούρι που το ‘παιζε όπως περπατούσε.
Στη μέση των Φλατσιών ο Χρήστος ο Λιούβερος όπως τόνε ξέρανε όλοι, ο μοναδικός καφετζής στο χωριό, ήτανε έτοιμος και τους περίμενε. Εκτός από τους μεζέδες είχε μπύρες και καραφάκια με ρακί από το ξενικό. Κυρίως Τσαμπαρλή, Κακίτση, Απαλαρίνα και Γκιάλη. Τα τραπέζια τα έβγαζε στο δρόμο εκεί που έγινε αργότερα η πλατεία. Ένα γραμμόφωνο που είχε, μια φορά το έβαλε να παίξει αλλά ένας από τους μεθυσμένους του είπε να το βγάλει από τη μπρίτζα γιατί θα του το κάμει κομμάτια. Από τότε ήτανε προσεχτικός.
Λίγοι καταλάβανε τότε τι ήτανε η μπρίτζα γιατί το ρεύμα δεν είχε φτάσει ακόμα στα Φλάτσια αλλά ούτε και σε κανένα χωριό γύρω – γύρω. Ούτε και ο ίδιος ήξερε καλά – καλά τη σημασία της. Οι πιο πολλοί νομίσανε πώς ήθελε να πει φρίτζα και συμπλήρωσαν μεταξύ τους, «κουρία! άλλα θε να πει και άλλα λέγει!».
Όταν φτάνανε στη μέση των Φλατσιών σταματούσανε στο καφενείο και αρχίζανε να χορεύουνε, σχεδόν αποκλειστικά ζεϊμπέκικα της εποχής. «Μου κατέστρεψες τη ζήση», «Τι να το κάνω πως είσ’ ωραίος», «Σε σένα έδωσα βάση», «Το βουνό», τέτοια. Τραγουδούσανε ο καθένας όπως ήθελε το τραγούδι και χόρευε το χορό του. Κάποιες φορές μερικοί ανεβαίνανε και στα τραπέζια.
Ένας μικρός επρόσεξε πως σχεδόν όλοι τραβούσανε το παντελόνι τους πάνω σα να τους εμπόδιζε το στις φιγούρες τους. Όμως το χέρι τους το βάζανε ψηλά ανάμεσα στα πόδια τους, σαν κάτι άλλο να θέλανε χωρίς λόγια να πούνε.
Αφού τελειώνανε στο καφενείο, πηγαίνανε όλοι μαζί, ο καθένας στο σπίτι που είχε συγγενείς οι Βουνούσοι, ή στο δικό του αν ήτανε χωριανός.
Εκεί οι γυναίκες κάμνανε ό,τι ήτανε δυνατόν να τους ευχαριστήσουνε αν και ήτανε απροετοίμαστες. «Εν έχομε και τίποτι. Ίντα α βγάλομε στους αθρώπους τώρα!» απορούσανε μονάχες τους με τρόπο όμως που να τις ακούσουνε οι άλλοι. Στην πραγματικότητα είχανε καμωμένες και εκείνες τις ετοιμασίες τους και τους περιμένανε. Βγάζανε συνήθως αβγά βραστά κομμένα στα τέσσερα, τυρί δικό τους, τρουσί, γιαπράκια, βαρμένα όλα με προσοχή στα πιάτα. Στολισμένα θα έλεγε κάποιος. Σε κάποια σπίτια είχανε και σαλάμι ή κασέρι. Κάτι τέτοιο δεν περνούσε σχεδόν ποτέ απαρατήρητο. Τα σχόλια ήτανε ή επαινετικά της περιποίησης που κάμνανε στους αθρώπους, ή αρνητικά για την ασωτία που βλέπανε. «Αφού είχανε τυρί ίντα τα θέλανε τα σαλάμια, και τα κασέρια» λέγανε.
Δεν ήτανε μονάχα που θέλανε να περιποιηθούνε το κάθε σπίτι το δικό του άθρωπο και τους φίλους του. Ήτανε και που θέλανε να μην ονοματιστεί, δηλαδή τελικά η νοικοκυρά. Ειδικά αν υπήρχε κανένας εκεί ανύπαντρος. Αν είχανε μάλιστα κόρη λεύτερη, ένας λόγος παραπάνω να δείξουνε τη νοικοκυροσύνη όχι μόνο της μάνας μα κυρίως της κόρης. Τότε η μάνα όποτε το ‘φερνε η κουβέντα, δηλαδή η ίδια, επαινούσε το μερακλήκι και την πάστρα της. Όλα εκείνη τα είχε καμωμένα. Κάποτε μια μάνα το παράκανε με τα παίνια, της κόρης που έκοψε τα αβγά «ίντα όμορφα! Μερακλού βλέπεις. Εν αφήνει τίποτι…». Μέχρι και το αλάτι εστόλισε πάνω τους. «Ακόμα και πιπέρι τος ήβαλε». Η κόρη τότε γυρίζει και της λέγει ενοχλημένη. «Σώπα πια καλέ μάνα. Σε κομμάτι θα πεις πως και τ’ αβγά εγώ ήκαμά τα». Ένα δυνατό «σους» που ακούστηκε, ανάγκασε τη μικρή να φύγει κατακόκκινη τρέχοντας και τους άλλους να μετακάτσουνε αμήχανοι στις καρέκλες τους.
Αυτή η διαδικασία κρατούσε μέχρι να πάρουνε γύρα όλα τα σπίτια που είχαν να πάνε. Τη διαδικασία αυτή, η οποία επαναλαμβανότανε όχι μόνο από σπίτι σε σπίτι αλλά και από χρόνο σε χρόνο, πιο σωστό θα ήταν να τη λέγαμε τελετουργία. Και αυτό γιατί όλα όσα γινόταν τότε είχαν μια αυστηρότητα και σοβαρότητα. Η σοβαρότητα αυτή δεν είχε να κάνει μόνο με τα σπίτια όπου πηγαίνανε, αλλά και τους ίδιους τους μεθυσμένους. Καταλάβαιναν ότι με τον τρόπο αυτό δημιουργούσαν ο καθένας το όνομά του. Καλό ή κακό. Φρόντιζαν έτσι να είναι σοβαροί και ευγενικοί να μην παραβαρέσουνε τους αθρώπους που τους ανοίξανε το σπίτι τους, και να έχουνε να λένε. Ούτε βεβαίως να προσβάλουνε έστω και λίγο ελάχιστα την κόρη της οικογένειας αν υπήρχε.
Δεν πέφτανε λοιπόν σαν τους χαμένους στους μεζέδες, και πίνανε με μέτρο. Μέχρι και ευχαριστώ λέγανε όταν τους παρότρυναν να μη ντρέπονται, και να πάρουν ένα μεζέ ακόμα ή να πιούνε ένα ποτήρι για το δρόμο.
Και τα λόγια τους ήτανε λίγα και συστατεμένα σε αντίθεση με το τι λέγανε, θε μου το τι λέγανε, άμα ήτανε όλοι μαζί και μονάχοι τους.
Με μια λέξη είχανε στο νου τους να είναι σοβαροί και κιμπάρηδες.
Στο τέλος σταματούσανε στη μέση των Φλατσιών και κουρασμένοι χωρίς τραγούδια πια αλλά ούτε και όργανα γυρίζανε ο καθένας στη βάση του που έλεγαν μεταξύ τους.
Εκείνο που τους έμενε ήτανε ένα:
«Και του χρόνου βρε», που λέγανε σα συγκινημένοι οι Φλατσούσοι με τους Βουνούσους πριν χωρίσουνε.-

Γ. Μ. Ζησ-ς



Κατηγορίες:Πολιτιστικά

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s