Χρονογράφημα: Ταξιδεύοντας…

KYLADITHSΤου Φραγκούλη Π. Κυλαδίτη

Επιβάτες μιας χώρας μπαίνουν σε πλοιάριο για ένα ταξίδι μικρής διάρκειας. Ακολουθούν διαγραμμισμένο και φυλασσόμενο με μπάρες διάδρομο, ειδικά διαμορφωμένο για επιβάτες και φτάνουν στην σκάλα, ο ένας πίσω από τον άλλο, χωρίς βιασύνη, σπρωξίματα ή φωνές. Ανεβαίνουν τις σκάλες προσεχτικά, υπομονετικά. Κάθονται στους καναπέδες του σαλονιού. Κανένας δεν ξαπλώνει πάνω σ’ αυτούς, κανένας δεν τοποθετεί την ταξιδιωτική του τσάντα, το καπέλο του στη διπλανή θέση. OLYMPUS DIGITAL CAMERAΌταν χρειαστεί να σηκωθούν για τουαλέτα ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, ζητούν συγγνώμη που θα ενοχλήσουν το διπλανό τους. Πάνω στα τραπέζια δεν μένει σκουπίδι από πρόχειρο φαγητό, μπουκάλι νερού ή κουτάκι αναψυκτικού· κι αν μείνει, μαζεύεται με την πρώτη ευκαιρία από το χρήστη και ρίχνεται στα καλάθια των σκουπιδιών. Η συζήτηση είναι χαμηλόφωνη, διακριτική. Έτσι κανείς δεν ενοχλείται. Το πλοιάριο φτάνει στον προορισμό του. Κανείς δε φεύγει από το κάθισμά του μέχρι να αναγγελθεί από τα μεγάφωνα η αποχώρηση των επιβατών, που γίνεται το ίδιο προσεχτικά, τακτικά, ήρεμα και με υπομονή.
Λίγες μέρες αργότερα επιβάτες άλλης χώρας μπαίνουν σε πλοιάριο για ένα ακόμη μικρότερης διάρκειας ταξίδι. Δεν ακολουθούν κανένα σημασμένο διάδρομο εισόδου Άλλος τρέχει δεξιά, άλλος αριστερά. Ζουλήγματα στην απότομη σκάλα, οργή για τον μπροστινό που δεν κινείται γρήγορα, αδημονία για το γεροντάκο που πάνω στη βιασύνη του σκουντουφλά και πέφτει στο σκαλοπάτι. Γιατί τόση βιασύνη; Τι θέλουν να προλάβουν; Μα έναν καναπέ του πλοιαρίου ο καθένας. Θέση για το καπέλο τους, την ταξιδιωτική τους τσάντα, το μπακλαβά. Ο καναπές γεμίζει, μα δε φτάνει. Πρέπει να καταληφθεί και ο απέναντι για ρεζέρβα. Εκεί τοποθετείται ό,τι προσωπικό απέμεινε: ένα μπουφάν, μια σακούλα με ψώνια, τα γυαλιά του ήλιου, το τάμπλετ. Καταφτάνουν και οι άτυχοι επιβάτες. Ψάχνουν για μια θέση να καθίσουν. Μάταια!! Οι θέσεις είναι «πιασμένες» με όλα τα παραφερνάλια που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Άλλες απ’ αυτές θα βολέψουν τα πόδια, άλλες τα χέρια, άλλες τους «κολλητούς» που απολαμβάνουν το αεράκι στο κατάστρωμα… Ίσως το μετανιώσουν και θελήσουν να κατέβουν. Το πλοιάριο μποντζάρει. Είναι αδύνατο να μείνει όρθιος αυτός που δε βρήκε θέση. Παρόλα αυτά, κανείς από τους βολεμένους δε φιλοτιμιέται να τραβήξει παραπέρα την «προίκα» που άπλωσε στον καναπέ. Η τελευταία ευκαιρία των ορθίων να διεκδικήσουν το δίκιο τους μέσω κάποιου καμαρότου εξατμίζεται, αφού δεν εμφανίζεται ποτέ κάποιος τέτοιος. Το κρεσέντο των συνομιλιών φτάνει στο αποκορύφωμά του, μια και ο καθένας φωνάζει όσο πιο δυνατά μπορεί για να ακουστεί από τους άλλους. Τα τραπέζια γεμίζουν λογής λογής συσκευασίες που αρνούνται πεισματικά να πάνε από μόνες τους στα δοχεία απορριμμάτων. Τα παπούτσια και οι παντόφλες αποχωρούν, για να εμφανιστούν δειλά δειλά καλλίγραμμες πατούσες, αναδύοντας απαλό άρωμα ιδρωτίλας. Το πλοιάριο φτάνει επιτέλους στον προορισμό του. Καινούργια σπρωξίματα, καινούργιο στριμωξίδι μπροστά στον καταπέλτη που ακόμα μένει κλειστός, αφού δεν τέλειωσε η διαδικασία πρόσδεσης. Το τρέξιμο συνεχίζεται και όταν πατούν στην προβλήτα. Να προλάβουν άραγε τι, αφού όλοι έφτασαν στον προορισμό τους;;
Δυο ξεχωριστές περιγραφές από δυο ομάδες ανθρώπων που ανήκουν σε διαφορετικούς λαούς, με διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, αλλά με αρκετά κοινά πολιτισμικά στοιχεία, με τον ίδιο μόχθο και αγώνα για επιβίωση, με τις ίδιες αγωνίες για το αύριο. Παρόλα αυτά, όλες τούτες οι περιγραφές δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν μέτρο και να βγουν συμπεράσματα για το σύνολό τους. Για να μη χάσουν και τη χροιά του χρονογραφήματος τούτες οι αράδες, αντί για βαθυστόχαστες αναλύσεις και άσκοπες κατηγοριοποιήσεις, ας αναλογιστεί ο καθένας σε ποια από τις δυο παραπάνω περιπτώσεις θα έβαζε τον εαυτό του, κοιτάζοντας βαθιά μέσα του. Ο σοφός παραμυθάς Αίσωπος έλεγε (σε ελεύθερη απόδοση): «Καθένας άνθρωπος κουβαλά στην πλάτη δυο σάκους. Ένα μπροστά κι ένα πίσω του. Και οι δυο είναι γεμάτοι ελαττώματα. Στον μπροστινό –εκείνον που βλέπει- βάζει τα κουσούρια των άλλων. Στον πίσω –εκείνον που δε βλέπει- βάζει τα κουσούρια τα δικά του…». Αν λοιπόν ο καθένας κατορθώσει να δει, όσο πιο καλά μπορεί και τον πίσω «σάκο», σημαίνει ότι πορεύεται καλά, γιατί «βλέπει»τον εαυτό του. Και όσο κανείς γνωρίζει και κρίνει τον εαυτό του, τόσο πιο εύκολα τον διορθώνει. Κι όσο πιο πολύ τον διορθώνει, τόσο πιο πολύ τον σέβεται και κατ’ επέκταση σέβεται και τους άλλους.-

Φραγκούλης Π. Κυλαδίτης

φωτό αρχείου εφημ. «Η Γνώμη τής Χίου»



Κατηγορίες:Απόψεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s